Τέθηκαν οι βάσεις για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων

Τέθηκαν οι βάσεις για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων

Βάσεις για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων τέθηκαν κατά τη διάρκεια συναντήσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τις τελευταίες ημέρες στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Η συνάντηση των κοινωνικών εταίρων έγινε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας που αφορά την επάρκεια μισθών σε συνδυασμό με την προώθηση και επέκταση των συλλογικών συμβάσεων ανάμεσα στα κράτη μέλη.

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 2025 ουσιαστικά ενισχύει την προσπάθεια που γίνεται για ενσωμάτωση της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο κάτι που θα βοηθήσει την αγορά εργασίας, την κοινωνική συνοχή και θα περιορίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Να σημειωθεί πως η Κύπρος είναι από τις ελάχιστες χώρες οι οποίες δεν ενσωμάτωσαν την ευρωπαϊκή οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Τη ΣΕΚ στις συναντήσεις εκπροσώπησε ο Γενικός Οργανωτικός, Πανίκος Αργυρίδης, ο οποίος ανάφερε πως ο διάλογος θα πρέπει να ολοκληρωθεί άμεσα και να τεθεί το νομοσχέδιο ενώπιον του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος. Παράλληλα, είπε πως εντός του έτους θα πρέπει καταρτιστεί το σχέδιο δράσης με χρονοδιαγράμματα υλοποίησης ενώ τόνισε πως η ΣΕΚ δεν θα αποδεχθεί παρεμβάσεις στο νομοσχέδιο οι οποίες θα αλλοιώνουν τη φιλοσοφία και το πνεύμα της ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Υπενθυμίζεται ότι η ΣΕΚ έχει ήδη καταθέσει σειρά συγκεκριμένων προτάσεων για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων τον Σεπτέμβριο του 2023, με βάση πολιτικές οι οποίες προωθούνται και υιοθετούνται από τη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC) της οποίας η ΣΕΚ είναι μέλος.

Μεταξύ αυτών είναι και η διαχρονική θέση της ΣΕΚ για εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων στις δημόσιες συμβάσεις, στη βάση της θέσης: «καμία δημόσια σύμβαση χωρίς συλλογική σύμβαση», κάτι που θα ευνοήσει τόσο τους εργαζόμενους όσο και τους σωστούς επιχειρηματίες οι οποίοι εφαρμόζουν συλλογικές συμβάσεις στις δημόσιες συμβάσεις αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων.

Η Οδηγία θεωρείται υψίστης σημασίας για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και την αγορά εργασίας των κρατών μελών, αφού δίδεται η δυνατότητα ρυθμίσεων μέσα από την ενίσχυση και επέκταση των συλλογικών συμβάσεων για προστασία ιδιαίτερα των χαμηλόμισθων εργαζομένων οι οποίοι είναι και οι πιο ευάλωτοι. Παράλληλα, μέσα από την οδηγία καλούνται τα κράτη μέλη στα οποία η κάλυψη εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις υπολείπεται σημαντικά του 80% όπως προωθήσουν σχέδιο δράσης για αύξηση του ποσοστού. Στην περίπτωση της Κύπρου το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις βρίσκεται στο 43% ενώ οι περισσότεροι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε τομείς οικονομικής δραστηριότητας όπου η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις είναι χαμηλή.