Print this page

H ΣΕΚ- Ιστορία

Η διαχρονικότητα του συνδικαλισμού επιβεβαιώνεται ως δύναμη αξιοπρέπειας και διεκδίκησης. Στη βάση αυτής της αναγκαιότητας, η ΣΕΚ αποτελεί το μοναδικό άξονα ελεύθερης και ανεξάρτητης συνδικαλιστικής έπαλξης στη Κύπρο, σε εθνικό, Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Πρωτοπόρα δύναμη στους εργατικούς, κοινωνικούς και εθνικούς αγώνες- πηγή κοινωνικοοικονομικής σταθερότητας και δημιουργός προϋποθέσεων τεκμηριωμένης, στοχευμένης και ρεαλιστικής παρέμβασης με αδιαπραγμάτευτο στόχο την κατοχύρωση συνθηκών ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης.

Η μακρά διάρκεια της Τουρκοκρατίας και η δύσκολη περίοδος της αποικιοκρατίας, δημιούργησαν συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης και κοινωνικής παρακμής, με συνέπεια, η ανάγκη επιβίωσης να δημιουργούσε προτεραιότητες που επέτρεπαν την απόλυτη εργοδοτική εκμετάλλευση. Χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα και η γνώση για δημιουργία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων ή έστω μιας υποτυπώδους δομής που να παρείχε στοιχειώδη προστασία και κατοχύρωση.

Οι πρώτες «εργατικές λέσχες» δημιουργήθηκαν στη Κύπρο στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, υπήρξε σχετικά μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, όπου η εμφάνιση των συντεχνιών είχε ήδη ξεκινήσει από τον 19ο αιώνα. Οι «εργατικές λέσχες», αποδείχτηκαν κατώτερες των περιστάσεων, καθώς υπήρχε έντονο το στοιχείο της ιδιοτελούς σκοπιμότητας των πολιτευτών που τις δημιουργούσαν. Παρά ταύτα όμως, αποτέλεσαν τον προπομπό των προσπαθειών για συνδικαλιστική οργάνωση που θα ακολουθούσε στη συνέχεια.

Η αποικιακή προσπάθεια για αποτροπή της όποιας συνδικαλιστικής εκπροσώπησης μετά τα Οκτωβριανά του 1931 δεν ήταν ικανή για να αποτρέψει την κοινωνική και εργατική ανάγκη για αναβάθμιση και ευημερία. Η εξέγερση, που καταπνίγηκε στο αίμα και η έντονη διεθνής κατακραυγή για την καταδυνάστευση των Ελλήνων της Κύπρου,  οδήγησαν στην εισαγωγή του πρώτου «περί συντεχνιών» νόμου.

Παρά το γεγονός, ότι στον συγκεκριμένο νόμο συμπεριλαμβάνονταν διατάξεις που επιβάρυναν τη θέση των εργαζομένων και ταυτόχρονα η εφαρμογή του αποσκοπούσε στη δημιουργία προσχημάτων και άλλοθι, σε συνάρτηση με τα στυγνά μέτρα που επέβαλε η αποικιοκρατία, εντούτοις αποτέλεσε την απαρχή για την εμφάνιση των πρώτων ουσιαστικών και συντονισμένων ενεργειών για ίδρυση συνδικαλιστικών ενώσεων.

Το νέο περιβάλλον που δημιουργήθηκε, συνέβαλε στην αφύπνιση των εργατών και οδήγησε στην εμφάνιση των πρώτων απεργιακών κινητοποιήσεων.

Η περίοδος 1932- 1936 υπήρξε η βασική προμετωπίδα της συνδικαλιστικής γένεσης στην Κύπρο. Οι αρχικές προσπάθειες του Κώστα Δημητρίου, ο οποίος μετέπειτα υπήρξε ο πρώτος Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, με την ίδρυση και την προσπάθεια για εδραίωση της συντεχνίας εμπορικών υπαλλήλων στη Λεμεσό, χάραξαν το δρόμο και σηματοδότησαν την πορεία του ελεύθερα σκεπτόμενου συνδικαλισμού. Μια πορεία που ενισχύθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε ακόμα περισσότερο, με την άφιξη στην Κύπρο του νεαρού τότε δικηγόρου, Χριστόδουλου Μιχαηλίδη το 1936.

Δημητρίου και Μιχαηλίδης, συνένωσαν τις δυνάμεις, τις γνώσεις και το όραμά τους, ιδρύοντας τις πρώτες συντεχνίες οι οποίες επιβίωσαν στο πέρασμα του χρόνου και σε πείσμα των δυσκολιών και της πολεμικής που δέχτηκαν. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως, μέχρι το 1940 είχαν δημιουργηθεί 62 συντεχνίες σε παγκύπρια κλίμακα, στοιχείο που αποτύπωνε την ανάγκη αλλά και την πρόθεση των εργαζομένων για οργάνωση και συλλογική διεκδίκηση εργατικών δικαιωμάτων.

Το 1939 σε παγκύπρια σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Αμμόχωστο, έγινε η πρώτη προσπάθεια για να μελετηθεί η δυνατότητα συνένωσης των Συντεχνιών σε ένα παγκύπριο συνδικαλιστικό φορέα, αλλά δυστυχώς η σύσκεψη δεν είχε θετικό αποτέλεσμα, καθώς υπήρχαν διαφωνίες σε βασικές αρχές.

Οι προσπάθειες όμως συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα στις 14 Νοεμβρίου του 1941, να πραγματοποιηθεί νέα Παγκύπρια Συνδιάσκεψη και να αποφασιστεί η ίδρυση Παγκύπριας Συντεχνιακής Επιτροπής (ΠΣΕ).  Η ημέρα αυτή, σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας πορείας για τους εργαζόμενους και το εργατικό κίνημα παρουσιαζόταν «φαινομενικά» ενωμένο. 

Δυστυχώς όμως, η ενότητα του εργατικού κινήματος, δεν κράτησε για πολύ.

Η προσπάθεια του νεοσύστατου τότε Κομμουνιστικού Κόμματος της Κύπρου, για ποδηγέτηση και πολιτική εκμετάλλευση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, με τη χρήση αθέμιτων μέσων συμπεριλαμβανομένων τραμπουκισμών και σωματικής βίας, μοιραία και αναπόφευκτα επέφερε τη διάσπαση της ΠΣΕ και των εργαζομένων γενικότερα.  Αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας, ήταν η χαριστική βολή στην ενότητα της εργατικής τάξης στις 24 Σεπτεμβρίου 1944, όπου σε Παγκύπρια Συνδιάσκεψη της ΠΣΕ που πραγματοποιήθηκε στη Λεμεσό, αποφασίστηκε και εγκρίθηκε απόφαση κατά την οποία «η ΠΣΕ είναι αναπόσπαστο μέρος του ΑΚΕΛ και το δέχεται ως καθοδηγητή για τους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της αγώνες»

Είναι για αυτό ακριβώς το λόγο, που οι πρωτεργάτες της ίδρυσης συντεχνιών, με ηγέτη τον Κώστα Δημητρίου σε συνεργασία με τον Χριστόδουλο Μιχαηλίδη, αρνήθηκαν την αποδοχή της κομματικοποίησης και πολιτικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων και προχώρησαν στην ίδρυση Νέων Συντεχνιών. Βασική και κυρίαρχη προτεραιότητά τους, ήταν η διατήρηση ανεξάρτητων και ελεύθερων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, μακριά από κάθε μορφή παρέμβασης και αποπροσανατολισμού από το βασικό τους στόχο για εξυπηρέτηση των εργαζομένων και διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Η διαχρονικότητα των αρχών αυτών, παραμένει ανεξίτηλη σε κάθε μορφή και έκφανση αγώνα, δράσης και διεκδίκησης της ΣΕΚ.

Κώστας Δημητρίου: «Αποφασίσαμε να ιδρύσουμε συντεχνίες γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχε εργατικό κίνημα, παρά μόνο το κομμουνιστικό κόμμα που διεύθυνε καιροσκοπικά τους εργάτες».

Επιστέγασμα όλης αυτής της προσπάθειας, ήταν η πραγματοποίηση στις 29 Οκτωβρίου 1944 Παγκύπριας συνδιάσκεψης στη Λεμεσό, για ίδρυση ενός νέου παγκύπριου συντονιστικού φορέα από αντιπρόσωπους των Νέων Συντεχνιών από τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και την Αμμόχωστο.  Η Παγκύπρια Συνδιάσκεψη με ομόφωνη απόφαση, οδήγησε στη δημιουργία της Συνομοσπονδίας Εργατών Κύπρου - ΣΕΚ, μετονομαζόμενη στη πορεία σε Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου - ΣΕΚ.

Οι στόχοι που τέθηκαν ήταν ξεκάθαροι και αδιαπραγμάτευτοι από την αρχή. Διατήρηση της ανεξαρτησίας του Κινήματος, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των εργαζομένων και αγώνας για εθνική απελευθέρωση.

Μιχαλάκης Πισσάς: «Τα συνδικάτα δεν πρέπει να υπάγονται σε πολιτικά κόμματα. Οι εργαζόμενοι δεν μπορεί να είναι κομματικοί παράγοντες κανενός κόμματος, καθώς θα πρέπει να έχουμε ελεύθερα εργατικά συνδικάτα».

Στα πρώτα στάδια ζωής της, η ΣΕΚ αντιμετώπισε μια δυμέτωπη πολεμική, τόσο από το κομμουνιστικό κόμμα, όσο και από τους αποικιοκράτες οι οποίοι αρνούνταν να την εγγράψουν ως συντεχνία λόγω της καταστατικής πρόνοιας για αγώνα μέχρι την εθνική απελευθέρωση. Σε συνάρτηση με την πολεμική αυτή, η ΣΕΚ είχε να αντιμετωπίσει και την εχθρική στάση των εργοδοτών, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν πως η διεκδικητική της στάση αποτελούσε απειλή για τη συνέχιση της αντεργατικής τους συμπεριφοράς.

Παρά τις δυσκολίες και αντιξοότητες, η ΣΕΚ συνέχισε και εντατικοποίησε τους αγώνες της για αναβάθμιση των όρων και συνθηκών εργασίας, όπως και τους μισθούς των εργαζομένων.

Η διεθνής δραστηριοποίησή της και η εκτίμηση που τυγχάνει η ΣΕΚ και εκτός συνόρων, τη βοήθησε να πετύχει τη διεθνή διάσταση της συζήτησης του Κυπριακού προβλήματος, μέσα από ψήφισμα της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελευθέρων Εργατικών Συνδικάτων το 1949, το οποίο τασσόταν υπέρ της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων.

Οι εργατικοί αγώνες και επιτεύγματα, σε συνδυασμό με την ανεξάρτητη πολιτική παρέμβαση, κατέστησαν τη ΣΕΚ ως πρώτη δύναμη στο συνδικαλιστικό γίγνεσθαι του τόπου. Η επίσημη αναγνώριση της Οργάνωσης από τους αποικιοκράτες ως συντεχνία έγινε το 1951, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερη ώθηση για διεκδικητική πολιτική και θετικά επιτεύγματα.

Το 1953, η ΣΕΚ σε συνεργασία με τη ΓΣΕΕ, επιτυγχάνει την υιοθέτηση ψηφίσματος στο Συνέδριο της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελευθέρων Εργατικών Συνδικάτων στη Στοκχόλμη, για διεθνή συζήτηση του Κυπριακού, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό συζήτηση για πρώτη φορά στα Ηνωμένα Έθνη.

Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59, βρήκε τη ΣΕΚ σαν έτοιμη από παλιά, στην πρώτη γραμμή του εθνικού καλέσματος, για εθνική αυτοδιάθεση, αξιοπρέπεια, απελευθέρωση και ένωση με τη μητροπολιτική Ελλάδα.

Το σύνολο της ηγεσίας της ΣΕΚ και ένας τεράστιος αριθμός μελών και φίλων εγγράφηκαν στις τάξεις της Οργάνωσης αγωνιζόμενοι για την επίτευξη των προαιώνιων αξιών και πόθων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως, 39 από τους ήρωες της ΕΟΚΑ ήταν μέλη της ΣΕΚ, με ηγέτιδα φυσιογνωμία τον Μάρκο Δράκο, ο οποίος υπήρξε και μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΣΕΚ. Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά στη συμμετοχή της ΣΕΚ στον Αγώνα, από τους δύο ηγέτες, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Αρχηγό Διγενή, οι οποίοι εξήραν το ρόλο που διαδραμάτισε ως «φυτώριο αγωνιστών της ΕΟΚΑ».

Με τη λήξη του Αγώνα και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ΣΕΚ ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το ρόλο της, έχοντας και την αμέριστη στήριξη και βοήθεια της Εργατικής Εστίας Ελλάδος, επιτυγχάνοντας τη δημιουργία ιδιόκτητης υποδομής σε όλο το νησί. Μια υποδομή που επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε με την πάροδο του χρόνου με τη δημιουργία ιδιόκτητων γραφείων σε όλες τις πόλεις, εξοχικών συγκροτημάτων για την ευημερία των μελών της, εκπαιδευτικών κέντρων, φαρμακείων και μουσειακού χώρου για διατήρηση και μεταλαμπάδευση της εργατικής, κοινωνικής και εθνικής ιστορίας στις επόμενες γενιές.

Η ΣΕΚ ενδυνάμωσε τη στόχευση σε σχέση με την οικονομική αναμόρφωση της Κύπρου με τελικούς αποδέκτες τους εργαζόμενους, συνέβαλε στη δημιουργία δομών λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων και ενίσχυσε τη διαδικασία συλλογικής διαπραγμάτευσης και συνομολόγησης συλλογικών συμβάσεων για ισομερή κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Η Τουρκική εισβολή το 1974, δημιούργησε νέες ανατροπές, με τη ΣΕΚ να αναλαμβάνει επιπρόσθετους ρόλους ως προς τη διεθνή προβολή του ζητήματος, μέσω ψηφίσματος της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελευθέρων Εργατικών Συνδικάτων για καταδίκη της εισβολής και άμεση αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων.

Παράλληλα, η ΣΕΚ και το συνδικαλιστικό κίνημα γενικότερα, έθεσαν ως προτεραιότητα την επαναδημιουργία της οικονομίας, αξιοποιώντας τους θεσμούς της Συμβουλευτικής Οικονομικής Επιτροπής και του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, συναινώντας στην αλληλέγγυα και προσωρινή μείωση των μισθών του ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για στήριξη της οικονομίας.

Μέσα σε πνεύμα εποικοδομητικού διαλόγου και κοινού οραματισμού, οι κοινωνικοί εταίροι, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για διατήρηση της εργατικής ειρήνης και της οικονομικής σταθερότητας, συμφώνησαν και υπέγραψαν στις 25 Απριλίου 1977 τον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων.

Μέσα από αυτή τη «συμφωνία κυρίων», σε ανώτατο επίπεδο, οι δύο πλευρές με τη συμμετοχή του Υπουργείου Εργασίας αναγνώρισαν το δικαίωμα της ελεύθερης οργάνωσης  σε Συνδικαλιστικές και Εργοδοτικές Οργανώσεις, χωρίς παρεμβατισμούς και θυματοποιήσεις  και παράλληλα συμφωνήθηκαν οι διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων και επίλυσης εργατικών διαφορών.

Επιπρόσθετα η ΣΕΚ, στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, παρείχε βοήθεια για εξεύρεση εργασίας τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, σε συμπατριώτες μας που πλήγηκαν άμεσα από τις συνέπειες της εισβολής και συνέβαλε τα μέγιστα στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, τη δημιουργία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, της κοινωνικής σύνταξης, της εργατικής νομοθεσίας και αρκετών άλλων ωφελημάτων και δικαιωμάτων μέσα από την ενδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων.

Μιχαλάκης Ιωάννου: «Ο ρόλος της ΣΕΚ τότε [μετά την εισβολή] ήταν πολύ σημαντικός αλλά και η θέση της πολύ δύσκολη. Το συνδικαλιστικό κίνημα ήταν το μόνο οργανωμένο σύνολο που εξέφραζε τη βούληση του λαού. Ο λαός έβρισκε έκφραση μόνο μέσω του συνδικαλιστικού κινήματος».

Η προσπάθεια δημιουργίας συνθηκών άρσης της κατοχής, απελευθέρωσης και επανένωσης της Κύπρου, ξεκίνησε μέσα από τις παρεμβάσεις της ΣΕΚ, σε συνεργασία με την Τ/Κ οργάνωση Τουρκσέν και τη στήριξη της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελευθέρων Εργατικών Συνδικάτων και της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων.  Επιστέγασμα αυτής της προσπάθειας ήταν οι συναντήσεις των οργανώσεων αυτών στο Λήδρα Πάλας τον Μάρτιο του 1977 και 1978  και η υλοποίηση στη συνέχεια, σεμιναρίων και κοινών εκδηλώσεων. Αυτές οι πρακτικές ενέργειες οδήγησαν στη δημιουργία του Πανσυνδικαλιστικού Φόρουμ το 1995, με τη συμμετοχή και των υπολοίπων συνδικαλιστικών οργανώσεων του τόπου.

Η πρόσφατη επίσκεψη- προσκύνημα στην κατεχόμενη γη και στα εγκλωβισμένα παιδιά στο Ριζοκάρπασο, αποτελεί μία ακόμα έμπρακτη απόδειξη πως, η ΣΕΚ θα συμβάλει τα μέγιστα έτσι ώστε να αρθεί η κατοχή και να υπάρξει κοινωνική ανάκαμψη στο πλαίσιο της λειτουργίας μιας ελεύθερης Κύπρου.

Η ΣΕΚ, αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της σε κάθε εθνική, κοινωνική, οικονομική και εργατική έκφανση.

Δημήτρης Κιττένης: «Η ΣΕΚ σήμερα είναι ένας ζωντανός, αυτοσυντήρητος οργανισμός, στην υπηρεσία των μελών μας. Με τη συμμετοχή μας στα Ευρωπαϊκά συνδικάτα, έχουμε τη δυνατότητα να προσφέρουμε περισσότερες υπηρεσίες στα μέλη μας και στην Κύπρο γενικότερα».

Πρόσφατα, η Κύπρος έχει ολοκληρώσει την πρώτη της δεκαετία ως πλήρες μέλος της Ε.Ε. Μια ένταξη που σηματοδότησε σειρά αλλαγών και βελτιώσεων στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον εμπλουτισμό της νομοθεσίας περί εργασιακών σχέσεων, ασφάλειας και υγείας και ισότητας στην εργασία.

Η ΣΕΚ, ως πλήρες μέλος της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και πρωτεργάτης της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε, θεωρεί πως αυτή, έχει λειτουργήσει υποβοηθητικά στην ενίσχυση των θεσμικών σωμάτων καθορισμού πολιτικής, όπως είναι η Εθνική Επιτροπή Απασχόλησης, καθώς επίσης και της ίδιας της εργατικής νομοθεσίας.   Στο ίδιο πλαίσιο, η συνομολόγηση και εφαρμογή συμφωνιών πλαισίου ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους, δημιουργούν ένα επιπρόσθετο στοιχείο συναίνεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας.

Σε ένα έντονα τριμερές περιβάλλον λειτουργίας των εργασιακών σχέσεων, στη βάση του κοινωνικού διαλόγου και της τριμερούς και διμερούς συνεργασίας, έχει ενισχυθεί η διαδικασία διαβούλευσης και ενημέρωσης, ενώ ο Χάρτης Θεμελιωδών δικαιωμάτων δημιουργεί τη βάση κατοχύρωσης συνδικαλιστικών και ευρύτερων εργατικών δικαιωμάτων.

Σε μια εποχή όπου ο Ευρωσκεπτικισμός αποτελεί μια βασική απειλή προς την Ε.Ε, θα πρέπει να γίνει καλύτερη στόχευση, για τη δημιουργία μιας πιο κοινωνικής Ευρώπης, η οποία θα βρίσκεται πιο κοντά στα οράματα των πατέρων της, για δημιουργία μιας Ευρώπης των ανθρώπων με ενίσχυση της κοινωνικής και πολιτικής δομής της.

70 χρόνια μετά, οι εργαζόμενοι και η κοινωνία στο σύνολό της, βρίσκονται ξανά μπροστά σε τεράστιες δυσκολίες και προκλήσεις, με κυρίαρχες την οικονομική ύφεση, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την άνοδο της ανεργίας και τη μείωση μισθών και ωφελημάτων. Η ΣΕΚ, δήλωσε παρούσα και σε αυτή την πρόκληση.

Με σύνεση, συναίνεση, θάρρος και τεκμηριωμένη στρατηγική προσέγγιση στα νέα δεδομένα. Μακριά από λαϊκισμούς, εύηχα αλλά κενά περιεχομένου και ουσίας συνθήματα, στείρες αρνήσεις και ατεκμηρίωτες καταφάσεις.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η ΣΕΚ έδωσε τις δικές της μάχες και ανέδειξε σειρά ζητημάτων που αξιολογήθηκαν ως επιβεβλημένα για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα.

Η προσπάθεια για άρση της λιτότητας, θα πρέπει να έχει ως βασικούς άξονες τη διαβούλευση, το σεβασμό στα δικαιώματα των εργαζομένων και του συνόλου της κοινωνίας, όπως επίσης και την αξιοπρέπεια στην εργασία, με έμπρακτα μέτρα.

Η ΣΕΚ πρωτοστάτησε στην αναθεώρηση του καθεστώτος εργοδότησης αλλοδαπών λόγω της Ευρωπαϊκής πολιτικής για την ελεύθερη διακίνηση.   Δυστυχώς η θέση της ΣΕΚ για διεκδίκηση προσωρινής παρέκκλισης από το κοινοτικό κεκτημένο σε αυτό τον τομέα δεν εισακούστηκε με αποτέλεσμα η μαζική και ανεξέλεγκτη κάθοδος κοινοτικών να επηρεάσει αρνητικά την αγορά εργασίας και να αυξήσεις το ποσοστό ανεργίας.

Επιπρόσθετα, η ΣΕΚ διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην προώθηση των θεμάτων που αφορούν τη συμφιλίωση οικογένειας και εργασίας, ενώ πρωτοστάτησε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία του ανάλογου Εθνικού Σχεδίου Δράσης.

Αναδείχθηκαν θέματα που αφορούν την αδυναμία στην εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε συγκεκριμένα ζητήματα, ενώ  είχε άμεση εμπλοκή στην έντονη συζήτηση του συνταξιοδοτικού.   Επίσης, η ΣΕΚ διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ανάδειξη ζητημάτων που σχετίζονται με την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια, τη διεκδίκηση νομικής υπόστασης των βασικών όρων απασχόλησης, του εκσυγχρονισμού του εργασιακού συστήματος και τη δημιουργία του συστήματος δημοσίων συγκοινωνιών.

Η ΣΕΚ, συμμετέχει ενεργά και έντονα στην προσπάθεια που καταβάλλεται για εφαρμογή του ΓΕΣΥ ως βασική παράμετρος προώθησης ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής.  Ανάλογη ήταν και η στάση της ΣΕΚ στην προσπάθεια σχεδιασμού και εφαρμογής του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και ταυτόχρονα, τεράστιος θα είναι ο αγώνας για προστασία της πρώτης κατοικίας, με παρεμβάσεις τόσο προς την κυβέρνηση όσο και προς την ίδια την Τρόικα.

Η δράση της ΣΕΚ δεν μπορεί να μείνει περιορισμένη στα όρια του νησιού μας. Ως εκ τούτου, συμμετείχε σε πανευρωπαϊκής κλίμακας κινητοποιήσεις για αποτροπή αντεργατικών πολιτικών, όπως ήταν για παράδειγμα η Οδηγία για τις υπηρεσίες, γνωστή ως Μπόλκενσταϊν και πρόσφατα, κατά των μέτρων λιτότητας σε χώρες της ΕΕ. Επίσης, διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία ενός πλαισίου συναντίληψης για το Τρίο της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ανάμεσα στην Πολωνία, τη Δανία και την Κύπρο, με κύριο άξονα τη Στρατηγική ΕΕ 2020 ως φυσιολογική μετεξέλιξη της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.

Δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στην αξιοποίηση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όχι στη βάση της εκμετάλλευσης διαθέσιμων πόρων, αλλά της αξιοποίησης των δυνατοτήτων για τεκμηρίωση της στόχευσης και της διεκδίκησης  στην πολιτική παρέμβαση. Χαρακτηριστική ήταν η βράβευση της ΣΕΚ με τα Χρυσά Αστέρια της Ε.Ε το 2006.

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο και ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος από το Eurogroup και την Τρόικα, στη βάση του κουρέματος ιδιωτικών καταθέσεων και της μη συμπερίληψης του ποσού που χρωστά το κράτος προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θεωρήθηκε ως προσπάθεια χρησιμοποίησης της Κύπρου ως «πειραματόζωο» για μελλοντική υιοθέτηση ανάλογων πολιτικών στο σύνολο της Ε.Ε.

Η ΣΕΚ, εξαντλώντας τις εμπειρίες και διασυνδέσεις της στην Ευρώπη, αντέδρασε από την πρώτη στιγμή και ενέπλεξε τη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων στο ανώτατο επίπεδο, με αποτέλεσμα να γίνουν οι απαιτούμενες παραστάσεις στην Ε.Ε και να ξεκινήσει μια συντονισμένη συζήτηση σε σχέση με τις πολιτικές που εφαρμόζει και το ρόλο που διαδραματίζει η ίδια η Ένωση ως βασική συνιστώσα της Τρόικα.

Ταυτόχρονα, προσπαθήσαμε να εμπλέξουμε τη ΣΕΣ στο ανώτατο επίπεδο, όταν μάταια προειδοποιούσαμε την προηγούμενη κυβέρνηση για την κρίση. Και όταν τα πράγματα δυστυχώς πήραν το δρόμο τους για την Τρόικα, εμπλέξαμε και πάλι τη ΣΕΣ σε μια ύστατη προσπάθεια για μείωση των αρνητικών προεκτάσεων και παρενεργειών του Μνημονίου Συναντίληψης.

Η ΣΕΚ, ενίσχυσε τις προσπάθειες για άρση της λιτότητας και προώθηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, με τη μεταφορά πανευρωπαϊκών εκδηλώσεων στην Κύπρο και πρωτοστατώντας στην πραγματοποίηση πανσυνδικαλιστικών εκδηλώσεων εκεί όπου κρίνεται χρήσιμο και υποβοηθητικό στην ενίσχυση των διεκδικήσεων.

Η έκρηξη στο Μαρί και οι τραγικές προεκτάσεις της στο κοινωνικό και στο ευρύτερο πλαίσιο της οικονομικής δυσπραγίας, αποτελεί ακόμα μια επιβεβαίωση για την ανάγκη συνολικής αναθεώρησης του τρόπου λειτουργίας του όλου συστήματος.

Οι παραλήψεις, οι αμέλειες και οι ευθύνες στο σύνολο των παραμέτρων που συνθέτουν τη δημιουργία της οικονομικής κρίσης, θα πρέπει να τύχουν σωστής διαχείρισης και τιμωρίας όσων εμπλέκονται, προς απόδοση δικαιοσύνης και ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος.

Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες, η ΣΕΚ συνεχίζει να βλέπει μπροστά, ατενίζοντας το μέλλον με προβληματισμό αλλά ταυτόχρονα και με αισιοδοξία, πιστεύοντας πως η κρίση, μέσα από τις προκλήσεις και τις ανατροπές μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργήσει και προοπτικές τις οποίες θα πρέπει να αξιοποιηθούν ανάλογα.

Η ποιοτική της στελέχωση, ο δυναμισμός και η ανιδιοτέλεια των άμισθων στελεχών και η προσήλωση στον αδιαπραγμάτευτα διαχρονικό στόχο της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης, στη βάση σωστής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης όλων των εργαζομένων, δημιουργούν τις ικανές και δυνατές συνθήκες για επίτευξη ακόμη περισσότερων κατακτήσεων.

Η σταθερή και συνεχιζόμενη ανανέωση, η αξιολόγηση των δεδομένων και των προοπτικών, μέσα από μια διάθεση αυτοκριτικής και μακρόπνοου σχεδιασμού και η αξιοποίηση των εμπειριών του παρελθόντος, κτίζουν τις βάσεις για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

Παράλληλα, ως πλήρες μέλος της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας και της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, η ΣΕΚ μπορεί να εκπροσωπήσει καλύτερα τα συμφέροντα των εργαζομένων, συμμετέχοντας ενεργά στα σώματα λήψης αποφάσεων.

Η ΣΕΚ διατηρεί σταθερές σχέσεις υγειούς και ανεξάρτητης συνεργασίας με τον εκάστοτε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και το σύνολο των αξιωματούχων των κυβερνήσεων, σε μια προσπάθεια να δημιουργεί τις ικανές και δυνατές συνθήκες διεκδίκησης. Στη βάση αυτή, η κριτική της ΣΕΚ αλλά και η επιβράβευση γίνεται στη λογική του πως κυβερνά μια  Κυβέρνηση και όχι το ποιος βρίσκεται στην εξουσία.

Η ΣΕΚ μεγιστοποιώντας τις δυνατότητες, αξιοποιώντας τις δομές κοινωνικού διαλόγου και συλλογικής διαπραγμάτευσης, σε τριμερές και διμερές επίπεδο, προστατεύει την εργασία, δίνει διέξοδο στην ανεργία και φροντίζει για τις ανάγκες του εργαζόμενου, στη βάση της αλληλεγγύης και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Με σταθερότητα, αξιοπρέπεια και δυναμισμό- στέλλοντας το μήνυμα πως, ακόμα και σήμερα όπου υπάρχει κρίση αξιών, έντονος ατομικισμός και αμφισβήτηση των οργανωμένων συνόλων, το αξίωμα «εν τη ενώση η ισχύς», παραμένει ανεξίτηλα επίκαιρο.

ΣΕΚ- 70 χρόνια σταθερότητας στις αξίες, με ανανέωση στη διεκδίκηση.